Φορολογικές Παρερμηνείες

Στην χώρα μας δυστυχώς, λόγω διαδοχικών στρεβλώσεων σε ότι αφορά τους φόρους, πολλές παρερμηνείες έχουν επικρατήσει. Ας ξεκινήσουμε όμως από την αρχή του προβλήματος. Δεδομένου ότι το κράτος πρέπει να συλλέγει φόρους από τους πολίτες για να χρηματοδοτεί τις δαπάνες του, πως μπορούμε να πούμε ότι ένας φόρος είναι δίκαιος ; Η απλούστερη προσέγγιση είναι ότι δίκαιος φόρος είναι εκείνος που έχει ένα υγιή σκοπό πχ την ανέγερση ενός σχολείου και   κατανέμεται σε αυτούς που τους βαρύνει κατά τρόπο αναλογικό επί της φοροδοτικής τους ικανότητας. Προκείμενου να μην επιβαρύνουμε την απλοϊκή προσέγγιση μας δεν θα εισέρθουμε σε θέματα όπως ποιοι κερδίζουν από την ανέγερση του σχολείου σε κάποια περιοχή ενώ επιβαρύνει όλους τους πολίτες. Η μήπως πρέπει να αναφερθούμε; Η φορολογική συνείδηση προφανώς, είναι ευθέως ανάλογη με τις παροχές από το κράτος προς τους πολίτες. Πόσοι από εμάς όταν δεν είμαστε ικανοποιημένοι από ένα δημόσιο έργο ή από τα έργα ενός δήμου δεν έχουμε αναρωτηθεί, μα που πηγαίνουν τα χρήματα μας τέλος πάντων;

Σε κάθε περίπτωση το κατά πόσο ένας φόρος είναι δίκαιος εξαρτάται από την αντίληψη των πολιτών για τον φόρο αυτό και τις σχετικές παροχές που απορρέουν. Γνωστά είναι τα σκανδιναβικά κράτη για την υψηλή φορολογία στα φυσικά πρόσωπα όπου αγγίζει και ίσως ξεπερνάει για τα υψηλά εισοδήματα και πάνω από κάποιο όριο, το 60%. Για παράδειγμα στην Νορβηγία, τα φυσικά πρόσωπα φορολογούνται για το σύνολο των περιουσιακών τους στοιχείων τα εισοδήματα, τα ακίνητα ως και τις καταθέσεις τους. Παραπονιέται κανείς; Μα φυσικά όχι, διότι , στα Κράτη όπου οι πολίτες απολαμβάνουν υψηλού επιπέδου κοινωνικές παροχές και υποδομές, κανείς δεν παραπονιέται. Δεδομένου ότι στην Ελλάδα για πολλούς και διάφορους λόγους, ένας εκ των οποίων είναι ότι οι παροχές και υποδομές δεν θεωρούνται ανάλογες των φόρων που καταβάλλουν οι πολίτες, η φορολογική συνείδηση δεν είναι σε υψηλό επίπεδο.

Εάν εξετάσουμε το μηχανισμό των φόρων, οι άμεσοι φόροι , όπως ο φόρος εισοδήματος, που υπολογίζεται επί του εισοδήματος του συγκεκριμένου ατόμου, θεωρούνται πιο δίκαιοι σε σχέση με τους έμμεσους φόρους. Παράδειγμα έμμεσου φόρου, ο φόρος προστιθέμενης αξίας, που υπολογίζεται επί της αξίας του όποιου αγαθού/υπηρεσίας που κάποιος καταναλώνει και δεν λαμβάνει υπόψη την φοροδοτική του ικανότητα δηλαδή το εισόδημα του. Δηλαδή, στο ζήτημα της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών, ο πιο λογικός συνειρμός είναι ότι ο φόρος πρέπει να είναι ανάλογος των εισοδημάτων των πολιτών. Η επιβάρυνση των πολιτών πρέπει να κατανέμεται με τον δικαιότερο τρόπο και να μην επιβαρύνει αναλογικά περισσότερο μια ομάδα πολιτών σε σύγκριση με μια άλλη. Όταν όμως μια ομάδα πολιτών θεωρεί προφανώς ότι επιβαρύνεται περισσότερο από κάποιους άλλους δεν είναι αναμενόμενο ότι θα αντιδράσει και κατ επέκταση η φορολογική συνείδηση και η αντίληψη περί φορολογικής δικαιοσύνης θα μειωθούν;

Η κοινή αντίληψη στην χώρα μας είναι ότι πληρώνουμε πολλούς φόρους. Είναι αλήθεια; Οι αριθμοί δυστυχώς δεν επιβεβαιώνουν ακριβώς την επικρατούσα αντίληψη. Τα φορολογικά έσοδα ως ποσοστό του ΑΕΠ παραμένουν συγκριτικά χαμηλά. Συγκεκριμένα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση των «28» για το 2012 (πιο πρόσφατα ενοποιημένα στοιχεία από την Eurostat) αντιστοιχούν στο 39,4% και στην Ευρωζώνη στο 40,4%, όταν στην Ελλάδα το ποσοστό αυτό διαμορφώνεται στο 33,7% του ΑΕΠ. Πως μπορεί να συμβαίνει αυτό; Μήπως τελικά κάποιοι δεν πληρώνουν; Τα παράδοξα είναι πολλά, παράδειγμα, ο ΦΠΑ, που είναι ο σημαντικότερος φόρος στην συνεισφορά του στα κρατικά έσοδα, ως ποσοστό στην χώρα μας, είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη. Τα έσοδα όμως από τον φόρο αυτό, ως ποσοστό του ελληνικού ΑΕΠ είναι πολύ κάτω του μέσου όρου της Ευρώπης, που σημαίνει ότι για κάποιες εμπορικές συναλλαγές, ο φόρος δεν αποδίδεται. Και τι κάνει το κράτος για αυτό; Μα φυσικά, ότι μπορεί. Και δεν εννοούμε φυσικά την πάταξη της φοροδιαφυγής που θα είχε ως αποτέλεσμα και την ενίσχυση της φορολογικής συνείδησης. Η αύξηση του ποσοστού του ΦΠΑ σε εμπορικές συναλλαγές που ήδη εκδίδονται αποδείξεις και δεν παρατηρείται φοροδιαφυγή, είναι πιο δοκιμασμένη λύση.

Παρόμοιες αστοχίες ισχύουν στον κατεξοχήν δίκαιο φόρο, τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων, με αποτέλεσμα η συνεισφορά του στα έσοδα να είναι πολύ χαμηλότερη του αναμενομένου και το χειρότερο να καλούνται, ως γνωστόν, ομάδες πολιτών που ήδη πληρώνουν, να καταβάλλουν περισσότερα, μειώνοντας έτσι περισσότερο την περί φορολογικής δικαιοσύνης αντίληψη.

Αποτέλεσμα των παραπάνω είναι, να βρίσκεται στην πρώτη πεντάδα των χωρών της Ε.Ε. με την υψηλότερη φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας, η Ελλάδα. Συγκεκριμένα κατέχει την 5η θέση με φόρους, που αντιστοιχούν στο 1,4% του ΑΕΠ το 2012 έναντι μόλις 0,4% του ΑΕΠ το 2010 (πριν εφαρμοσθεί το ΕΕΤΗΔΕ). Οι φόροι όμως που επιβάλλονται στην ακίνητη περιουσία θεωρούνται καταρχήν δίκαιοι. Ο λόγος; Μα φυσικά διότι επιβάλλονται σε ένα μη κινητό περουσιακό ουδέτερο στοιχείο το οποίο σχετικά εύκολα, μπορεί να προσδιοριστεί η αξία του θεωρητικά χωρίς παρεκκλίσεις, παρερμηνείες, διακριτικές συμπεριφορές, εκπτώσεις, απαλλαγές ή πολυ σημαντικότερα, απόκρυψη της φορολογητέας ύλης. Τα παραπάνω, είναι σοβαρές δυσκολίες στην χώρα μας για τον προσδιορισμό του τελικού φόρου στον φόρο εισοδήματος η στον φόρο προστιθέμενης αξίας, στους οποίους πρέπει κυρίως να στηρίζεται η φορολογική πολιτική μιας χώρας. Δηλαδή από την πλευρά του κράτους, το κρίσιμο πλεονέκτημα, του φόρου ακίνητης περιουσίας, έναντι των άλλων φόρων, είναι ότι τα τελικώς εισπραχθέντα ποσά δεν αποκλίνουν σημαντικά απο τα προϋπολογιζόμενα και αυτό διότι, λίγο η πολύ, η συνολική αξία των ακινήτων σε μια χώρα, εκ των προτέρων, προ της επιβολής του φόρου, είναι γνωστή. Με απλά λόγια, τα περιθώρια φοροδιαφυγής είναι μειωμένα. Θεωρητικά πάντα, γίνεται ο σχεδιασμός του κράτους για το ποσό των συνολικών εσόδων που πρέπει να συγκεντρωθούν και επιμερίζεται το συνολικό ποσό, στον συνολικό αριθμό των ακινήτων και την συνολική τους αξία.

Ωστόσο, υπάρχουν κάποιες προυποθέσεις για να είναι ο φόρος ακίνητης περιουσίας δίκαιος, που εαν δεν ισχύουν, παύει να είναι. Προϋπόθεση θεμελιώδης, η κατά το δυνατόν σύμπτωση της τρέχουσας εμπορικής αξίας του ακινήτου, με την αντικειμενική αξία, επί της οποίας προσδιορίζεται ο φόρος. Είναι προφανές, ότι όταν οι δύο αυτές αξίες δεν συμπίπτουν δημιουργούνται προβλήματα. Η κατάσταση περιπλέκεται περισσότερο, όταν το συνολικό ποσό που θα πρέπει να συγκεντρωθεί απο την επιβολή του φόρου στα ακίνητα είναι πολύ αυξημένο, διότι, όλοι οι άλλοι φόροι , έχουν αποτύχει στην εισπραξιμότητα τους. Και το κρισιμότερο ζήτημα όλων είναι, και κυρίως απο την πλευρά των φορολογουμένων, πως είναι δυνατή η σύνδεση της φοροδοτικής ικανότητας του κυρίου του ακινήτου με το προσδιορισθέν ποσό του φόρου επί του ακινήτου. Η απάντηση δυστυχώς σε αυτό είναι, άπαξ και συνδεθεί η φοροδοτική ικανοτητα του κυρίου του ακινήτου με το επίπεδο του φόρου, ο φόρος αυτός παύει να είναι αντικειμενικός. Παραδόξως, όταν επιχειρείται η σύνδεση του φόρου με το εισόδημα του κυρίου του ακινήτου, ξεκινούν οι στρεβλώσεις. Παράδειγμα, για κάποιο φυσικό πρόσωπο με υψηλό εισόδημα, που τυγχάνει να έχει στην κατοχή του μόνο ένα ακίνητο χαμηλής αξίας και του επιβάλλεται τελικά πολύ χαμηλός φόρος συγκριτικά με το εισόδημα του. Όταν επιχειρείται να αυξηθεί ο φόρος, δηλαδή στην ουσία να αποσυνδεθεί το επίπεδο του φόρου επί της αξία του ενός ακινήτου και να συνδεθεί με το υψηλό του εισόδημα, στην ουσία καταργείται ο μηχανισμός υπολογισμού του, βάσει του οποίου ο φόρος κατά αντικειμενικό τρόπο υπολογίστηκε επί του ακινήτου και όχι επί του κυρίου του ακινήτου.

Πως όμως εξασφαλίζουμε ότι ο κάτοχος του ακινήτου μπορεί να αντεπεξέλθει στον φόρο ακίνητης περιουσίας που καλείται να πληρώσει; Ειδικά τις δύσκολές εποχές που ζούμε; Δεν θα αναφερθούμε σε αμφιλεγόμενα θέματα ότι ο κάτοχος του ακινήτου τεκμαίρεται ότι μπορεί να ανταπεξέλθει εφόσον μπορεί να αποκτήσει και να συντηρεί το ακίνητο κλπ. Η απάντηση είναι ότι δεν γίνεται να το εξασφαλίσουμε. Για τον λόγο αυτό ο φόρος εισοδήματος ως άμεσος και δίκαιος πρέπει πάντα να έχει τον πρώτο λόγο και οι έμμεσοι φόροι να έπονται. Η φορολογική υπηρεσία της πολιτείας της Νέας Υόρκης στην ιστοσελίδα της είχε αναρτήσει προ καιρού ένα αμφιλεγόμενο βίντεο για το πώς λειτουργεί ο φόρος ακίνητης περιουσίας για τους πολίτες που θέλουν να αμφισβητήσουν τον φόρο που τους αναλογεί. Στις ΗΠΑ, επιτρέπεται στους πολίτες να αμφισβητήσουν την αντικειμενική αξία του ακινήτου του κατά πόσο συμπίπτει με την εμπορική του αξία. Τελειώνοντας το βίντεο καταλήγει «πιθανότατα δεν έχει πρόβλημα ο μηχανισμός υπολογισμού του φόρου σας που σας βαρύνει, απλά το ποσό που καλείται να συγκεντρωθεί μέσω του φόρου αυτού είναι πολύ μεγάλο».

 

 

Ιωάννης Στεφάτος

Ιωάννης Στεφάτος16 Posts

Msc Οικονομολόγος

0 Comments

Leave a Comment

Login

Welcome! Login in to your account

Remember me Lost your password?

Lost Password