Το πολιτικό σύστημα και ο πολίτης. Η πολιτειακή παιδεία, ο υπήκοος πολίτης του κράτους και ο πολίτης εταίρος της πολιτείας.

Θα προσπαθήσω να δώσω το στίγμα του προβληματισμού μου σε δύο επίπεδα. Το ένα, του γιατί πάσχει, γιατί υποφέρει η σημερινή διδασκαλία της πολιτικής παιδείας στο σχολείο και το άλλο που έρχεται ως λογική ακολουθία, τι πολιτική παιδεία θα έπρεπε να διδάσκονται οι νέοι άνθρωποι.

Καταρχήν, θέλω να διευκρινίσω το εξής: Είναι πολύ τρέχον στον καθημερινό μας λόγο, το επιχείρημα ότι ‘’είναι θέμα παιδείας’’. Δηλαδή η πολιτική μας συμπεριφορά και, κατ’επέκταση, η λειτουργία του πολιτικού συστήματος, υποδεικνύει μία πραγματικότητα η οποία αποκαλύπτει έναν πεπαιδευμένο ή απαίδευτο λαό. Δεν συμφωνώ με την έννοια της παιδείας, όπως σερβίρεται. Της ‘’πολιτικής παιδείας’’…

Η πολιτική παιδεία, δεν διδάσκεται στα σχολεία. Η πολιτική παιδεία εμπεδώνεται ως ευγενής πράξη σε συνάφεια με την εποχή, δηλαδή με την κοσμοσυστημική φάση που βιώνει ο κοινωνικός άνθρωπος. Τα σχολεία έχουν έναν άλλο ρόλο σημαντικό να παίξουν, που είναι η διδασκαλία της κρατούσης πολιτικής παιδείας. Και το λέω αυτό, διότι ο άνθρωπος έχει μια εγγενή αδυναμία. Εγγενή αδυναμία να συλλάβει και να εμπεδώσει άρα και να κάνει δικό του και ενδεχομένως και αίτημα, ένα πρόταγμα που υπερβαίνει την εποχή του. Έχω παρατηρήσει στους φοιτητές μου, που δεν είναι μαθητές γυμνασίου ή λυκείου, αλλά υποτίθεται ότι εκεί οικοδομούν την επιστημονική τους επιφάνεια, όταν τους διδάσκω πως το σημερινό σύστημα, δεν είναι ούτε δημοκρατικό, ούτε αντιπροσωπευτικό, ότι απορούν. Περνάμε έναν ακαδημαϊκό χρόνο εκεί, για να συζητήσουμε αυτά τα ζητήματα και στο τέλος συνομολογούν ότι απέκτησαν τη βεβαιότητα ότι έτσι είναι.

Στο τέλος όμως, εάν τους συναντήσω έξω από την αίθουσα, ακόμη και σε μένα τον ίδιο, θα αναφερθούν στο σημερινό σύστημα, αποκαλώντας το δημοκρατία ή αντιπροσωπευτική δημοκρατία κ.λ.π. Δεν μπορούν να το συνειδητοποιήσουν αυτό και να το αφομοιώσουν, διότι είναι ξένο προς τον κόσμο που ζουν, προς τις αξίες που αποτελούν τη δεύτερη φύση τους. Το ίδιο συμβαίνει όχι μόνο με τον καθημερινό πολίτη, αλλά και με τους μεγάλους στοχαστές. Θα επανέλθω μετά για να δούμε πώς ορίζουν αυτοί τη δημοκρατία, άρα, ποια πολιτική παιδεία διδασκόμαστε σήμερα και στο σχολείο και εκτός σχολείου. Δεν μπορεί να μην εκπλαγεί κανείς εάν είναι ελαφρώς καλόπιστος και θα διερωτηθεί γιατί δεν υπεισέρχεται η κοινή λογική στο διάλογο.

Η πολιτική παιδεία λοιπόν έχει να παίξει ένα ρόλο που δεν είναι διαμορφωτικός του πολίτη σε σχέση με ένα οποιοδήποτε πολίτευμα που υπερβαίνει την εποχή του, αλλά με την κρατούσα κατάσταση. Τι μπορεί να διδάξει κάποιος έναν νέο άνθρωπο, ένα εγχειρίδιο έστω για το πολιτικό σύστημα ή για την ιδιότητα του πολίτη; Θα του διδάξει το σύνταγμα της χώρας, θα του εξηγήσει τι είναι πολίτης σύμφωνα με αυτό. Δεν θα υπεισέλθει όμως στο γεγονός ότι ο σημερινός πολίτης δεν είναι παρά ένας υπήκοος του κράτους, ότι δεν είναι εταίρος της πολιτείας, ότι δεν είναι πολίτης με την έννοια της αντιπροσώπευσης ή της δημοκρατίας. Θέλω να πω με αυτό ότι η πολιτειότητα, η ιδιότητα του πολίτη, όπως την αποκαλώ, δεν είναι μονοσήμαντη, περιέχει μια τυπολογία. Ορίζει τον πολίτη, ανάλογα με το είδος της πολιτείας. Που εγγράφεται η ψήφος του; τι περιεχόμενο έχει; Το περιεχόμενο της ψήφου κάνει τη διαφορά και όχι η ψήφος από μόνη της. Διότι ανάγεται σε διαφορετικούς ρόλους, σε άλλο πολιτικό σύστημα. Είναι ίδιος ο πολίτης σήμερα, που ρίχνει το “χαρτάκι” στην κάλπη για να βγει κάποιος και να κάνει ό,τι του αρέσει, να μην υπόκειται σε κάνεναν έλεγχο, με τον πολίτη της Αθηναϊκής δημοκρατίας που κυβερνούσε με την ψήφο του την πόλη;

Αλλά ας διερωτηθούμε και για κάτι άλλο. Αφού είναι τόσο συγκεκριμένη και προσανατολισμένη καθεστωτικά η πολιτική παιδεία, γιατί υπάρχει τόση δυσπιστία στο εκπαιδευτικό σύστημα; Γιατί οι κρατούντες φοβούνται τόσο πολύ τα μαθήματα που διδάσκουν την πολιτική παιδεία; Ακούμε συχνά ότι δεν πρέπει να μιλάμε πολύ για πολιτική στα παιδιά, είναι κακό πράγμα. Αυτό είναι το κρατούν επιχείρημα σήμερα. Επομένως καλούμαστε να αναρωτηθούμε, γιατί η πολιτική τάξη δεν θέλει η δική της πολιτική παιδεία να διδαχθεί. Το σύνταγμα για παράδειγμα! Να διδαχθούν οι πρόνοιες του συντάγματος στα νέα παιδιά.

Μα, ο καθένας ξέρει γιατί. Γιατί ο δάσκαλος που θα διδάξει το σύνταγμα, θα έρθει αντιμέτωπος με τον νέο άνθρωπο, με τον μαθητή, που θα τον ερωτήσει, πως γίνεται αυτά που οι ίδιοι οι πολιτικοί θεσμοθέτησαν με το σύνταγμα, δεν τα εφαρμόζουν!

Ας πάρουμε μερικά παραδείγματα. Το σύνταγμα προβλέπει ότι υπάρχει ισότητα της ψήφου. Αυτό σημαίνει ότι η ψήφος είτε είναι λευκή, είτε άκυρη, είτε αποχή, συνεκτιμάται όπως και η ψήφος προς ένα κόμμα. Σημαίνει επίσης ότι η ψήφος ενός εκάστου έχει την ίδια βαρύτητα στη διαμόρφωση των πολιτικών πραγμάτων. Ότι στη Βουλή οι συσχετισμοί αντανακλούν το εκλογικό αποτέλεσμα. Θα έπρεπε επομένως οποιοδήποτε δικαστήριο που θα σεβόταν τον εαυτό του, να είχε ακυρώσει νόμους ή αποτελέσματα που δεν αποδίδουν την θεμελιώδη αυτή πρόνοια του συντάγματος. Είναι άραγε υποστατός ο νόμος που προκύπτει από εξαναγκασμό της γνώμης του βουλευτή; Το σύνταγμα δηλώνει ρητώς ότι έχουν όλοι το δικαίωμα του ‘’εκλέγειν’’ και ‘’εκλέγεσθαι’’. Για ποίο ‘’εκλέγεσθαι’’ μιλάμε όταν τα κόμματα αναλαμβάνουν την αρμοδιότητα να αποφασίζουν για τους υποψηφίους; Και η κατανομή του εκλογικού χρόνου; Το σύνταγμα προβλέπει επίσης την ισότητα των όπλων, αλλά στο επικοινωνιακό τοπίο αποφασίζουν για την πολιτική ατζέντα και για τους πολιτικούς εκπροσώπους που θα έχουν λόγο οι τηλεκράτορες. Σε κάθε περίπτωση ο τηλεοπτικός χρόνος μοιράζεται με βάση το ποσοστό των προηγουμένων εκλογών. Είναι σαν να λέμε δηλαδή, ότι εάν εγώ και κάποιοι άλλοι, είμαστε δρομείς των 100 μέτρων στους ολυμπιακούς αγώνες, αλλά εγώ είχα κερδίσει το χρυσό μετάλλιο στους προηγούμενους, δεν θα μπω στην ίδια σειρά με τους άλλους, αλλά θα πιο μπροστά, στα 80 μέτρα. Όταν ο δάσκαλος θα διδάξει τον μαθητή ότι την πολιτική κυριαρχία την έχει ο λαός κατά το σύνταγμα αλλά την εκχωρεί και την ασκεί ο πολιτικός, θα τον ρωτήσει: πότε την παραχώρησα και πώς; Μπορώ άραγε να την ανακαλέσω; Τι θα απαντήσει στο ερώτημα αυτό ο δάσκαλος;

Ανεξαρτήτως των καθεστωτικών αυτών ερωτημάτων τι θα πράξει ο δάσκαλος εάν του τεθούν ερωτήματα, τα οποία θα περιέχουν αμφισβήτηση ή θα ανάγονται σε μία μελλοντική εξέλιξη του πολιτικού συστήματος; Μιλάμε για μία αμφισβήτηση που θα έχει να κάνει με τις πολιτικές που ασκούνται ή με την φύση του ίδιου του συντάγματος με το οποίο υποτίθεται ότι ζούμε. Θα συζητηθούν τα ζητήματα της πελατειακής αποδόμησης του δημοσίου χώρου από την πολιτική τάξη ή της λεηλατικής πολιτικής που διαμοίρασε τα ιμάτια της χώρας εις εαυτούς και τους συγκατανευσιφάγους; Θα αναλυθούν οι λόγοι για τους οποίους τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Δύση έχει ανατραπεί η ισορροπία μεταξύ κράτους, κοινωνίας και αγοράς; Γιατί δηλαδή η κοινωνία είναι σε πολιτική αδυναμία; Θα διερωτηθεί η αίθουσα πώς θα αποκατασταθεί μία ισορροπία, όπου ο πολίτης, δηλαδή το σύνολο της κοινωνίας, θα μετέχει στο πολιτικό γίγνεσθαι, δηλαδή θα επηρεάζει τις αποφάσεις, ώστε ο σκοπός της πολιτικής να εναρμονισθεί με το συμφέρον της κοινωνίας; Αυτό δεν συμβαίνει για παράδειγμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, διότι εκεί δεν υπάρχει η έννοια της κοινωνίας των πολιτών. Η έννοια αυτή δεν υπάρχει ως πολιτική κατηγορία ούτε στον δυτικό κόσμο. Και εντούτοις ο λόγος ύπαρξης τόσο της πολιτικής/κράτους όσο και των αγορών είναι η κοινωνία. Τι θα απαντήσει άραγε ο δάσκαλος εάν ερωτηθεί γιατί ενώ η κοινωνία όλη διαδηλώνει την αντίθεσή της σε πολιτικές την αγνοούν και μάλιστα την καταστέλλουν; Από πού με άλλα λόγια οι πολιτικοί αντλούν νομιμοποίηση να αντιτίθενται στην κοινωνία και να ασκούν βία επ’αυτής. Και περαιτέρω, γιατί δεν συναντιέται πια ο πολιτικός με την κοινωνία; Ούτε στους δρόμους με τις διαδηλώσεις, ούτε με τις απεργίες. Πώς θα αρθεί η πολιτική αδυναμία της κοινωνίας; Είναι αυτό εφικτό μέσα στο σύνταγμα/πολιτικό σύστημα ή πρέπει να σκεφθούμε την υπέρβασή του; Και ποιο πολιτικό σύστημα θα επιλέξουμε από δω και πέρα;

Αυτά τα ερωτήματα θα έπρεπε να μπουν στη διδασκαλία της πολιτικής αγωγής. Αλλά όταν η πολιτική τάξη δεν μπορεί να ανεχθεί την ίδια τη διδασκαλία του πολιτικού της συστήματος, πώς θα επιτρέψει στην αίθουσα να μπει σε διαδικασία προβληματισμού για το πώς θα μεταβούμε στο μέλλον; Πως θα ξεπεράσουμε την κρίση; Παρατηρούμε με πόση συστηματικότητα επιχειρείται να μετακυλιθεί η ευθύνη της διαρκούς κακοδαιμονίας στην Ελλάδα, από την εποχή του Όθωνα, στην κοινωνία, αντί να συνομολογηθεί η αιτία. Αν παρακολουθήσετε την πορεία της διαχείρισης του εθνικού προβλήματος, από τη Μεγάλη Ιδέα, έως το κυπριακό, το σκοπιανό, το ζήτημα των Ιμίων, θα διαπιστώσουμε ότι είναι μια πορεία διαρκούς καταστροφής του ελληνικού κόσμου, τη διαχείριση της οποίας είχε αποκλειστικά η πολιτική τάξη. Γιατί αυτό; Γιατί αποφεύγουν με τόση εμμονή να ενσωματώσουν στο πολιτικό σύστημα τις υγιείς δυνάμεις του τόπου. Γιατί δεν ενέταξαν ποτέ τις πολιτικές τους στη συλλογικότητα; Ο ίδιος ο Τρικούπης δίνει μια απάντηση που εξηγεί το πρόβλημα. ‘’Για να αλλάξει και να εκσυγχρονιστεί το πολιτικό σύστημα, πρέπει να απελευθερωθεί ο πολιτικός από τον πολίτη’’. Τον είχε σε στενό “μαρκάρισμα”. Αντί να συνομολογήσει ότι το πρόβλημα ήταν η περιαγωγή του πολίτη στην ιδιωτεία και συνακόλουθα ο εξαναγκασμός του να διαπραγματεύεται κατά μόνας την ψήφο του με τον πολιτικό αντί να τον αντιμετωπίσει ως θεσμημένο συλλογικό υποκείμενο.

Εάν επομένως υπάρχει ένα πρόβλημα πολιτικής παιδείας στην Ελλάδα αυτό έγκειται στο ότι ένας λαός με υψηλή πολιτική ανάπτυξη -προσήκουσα στη δημοκρατία- καλείται να συμπεριφερθεί ως ιδιώτης, δηλαδή ως μάζα. Αυτό λοιπόν είναι το μεγάλο πρόβλημα για την πολιτική μας παιδεία. Και είναι μείζον το πρόβλημα αυτό διότι η κρατική διανόηση αντί να αναδείξει την αναντιστοιχία αυτή, ενοχοποιεί την κοινωνία που δεν απεκδύεται την πολιτική της ατομικότητα για να οπισθοδρομήσει, να εξευρωπαϊσθεί. Κατά τούτο η κρατική μας διανόηση, όλων των χρωματικών αποχρώσεων, κινείται χωρίς κριτική χροιά προς το σύστημα, είναι απολύτως απολογητική, βαθιά χωμένη στο σύστημα.

Κλείνω αντί επιλόγου, με την επισήμανση του τι θα δίδασκα εγώ. Θα δίδασκα λοιπόν όχι την αμφισβήτηση με την έννοια μιας κριτικής για την κακή λειτουργία ή τις πιθανές αποκλείσεις του παρόντος συστήματος από την ολιγαρχική ορθοταξία, αλλά την αναγκαιότητα της υπέρβασής του, προκειμένου να δημιουργηθεί μια νέα σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής που θα επανέφερε την τελευταία ως εταίρο στην πολιτεία.

Σήμερα εάν θέλουμε να δούμε τα πράγματα υπό το πρίσμα του μέλλοντος, οφείλουμε να στοχασθούμε με τους όρους της υπέρβασης του παρόντος ολιγαρχικού συστήματος και όχι του εξωραϊσμού του. Πρέπει δηλαδή να αντιληφθούμε, ότι η νέα ισορροπία που θα φέρνει την κοινωνία στο πολιτικό προσκήνιο, θα προκύψει μέσα από την θεσμική είσοδο της κοινωνίας στην πολιτεία ή τουλάχιστον της κοινωνικής της βούλησης. Δεν νοείται πια να εμμένουμε σε πολιτικές αδιέξοδες όπως η παρότρυνση της κοινωνία να διαδηλώνει. Όλη η Ελλάδα να κατέβει στην πλατεία συντάγματος οι αποφάσεις θα αγνοήσουν την βούλησή της. Το ίδιο συμβαίνει πια και στις άλλες χώρες, ας μην αμφιβάλλουμε.

Από την πρώτη ημέρα θα δίδασκα τους μαθητές μου μια πολιτική παιδεία που θα τους έφερνε αντιμέτωπους όχι με τις ιδέες αλλά με τις έννοιες. Γιατί ο πόλεμος των εννοιών είναι ο πιο σκληρός, θα έλεγα αδυσόπητος. Από αυτόν θα εξαρτηθεί η τύχη των ιδεών. Να ξεπεράσουμε τις παγιωμένες αντιλήψεις μας, του τι είναι δημοκρατία, του τι είναι αντιπροσώπευση, του τι είναι το σημερινό πολιτικό σύστημα. Γιατί μόνο έτσι θα διακρίνουμε την κατεύθυνση της εξέλιξης, πού πάμε και άρα πώς θα ξεπεράσουμε τα σημερινά ζητήματα.

Καλούμαστε να συγκροτήσουμε μέσα από τη διδασκαλία μιας δημοκρατικής πολιτικής παιδείας, τις έννοιες, μια νέα επιστήμη που συνομολογεί για τον ολιγαρχικό χαρακτήρα της εποχής μας και θα στοχάζεται το μέλλον υπό το πρίσμα της ελευθερίας, δηλαδή της προόδου. Η επιλογή επομένως είναι απλή και γι αυτό εξηγείται η δυσπιστία της πολιτικής τάξης προς τη διδασκαλία της πολιτικής στο σχολείο: η πολιτική παιδεία που θα δημιουργεί πειθήνιους υπηκόους, εναρμονισμένους με το πολιτικώς ορθόν της ολιγαρχικής πολιτείας, παρουσιάζει μια ισχυρή αδυναμία να νομιμοποιηθεί στα μάτια τόσο των δασκάλων όσο και των μαθητών. Εξού και όπως η χώρα, το σύστημα παιδείας που μας σερβίρει η πολιτική τάξη, ότι και να λένε είναι όχι απλώς ολιγαρχικό αλλά και αντεθνικό διότι καλείται να υπηρετήσει την κομματική νομενκλατούρα, την πολιτική χειραγώγηση της κοινωνίας και όχι τις ανάγκες της χώρας.

Επισκεφτείτε το προσωπικό blog του Καθηγητή: contogeorgis.blogspot.gr

Γιώργος Κοντογιώργης

Γιώργος Κοντογιώργης65 Posts

Πολιτικός Επιστήμονας, πρώην Πρύτανης Παντείου Παν/μιου

0 Comments

Leave a Comment

Login

Welcome! Login in to your account

Remember me Lost your password?

Lost Password